Ωστόσο, είναι βέβαιο όμως πώς το “μαζί” γεννά ένταση ακόμα και όταν δύο άνθρωποι είναι και νιώθουν καλά. Η αγωνία που διαδέχεται την ανακούφιση μπορεί να προκύπτει ως προϊόν εσωτερικών συγκρούσεων. Το ερώτημα που προκύπτει, ίσως να μην έχει τα ακόλουθα λόγια, αλλά περίπου την εξής μορφή: “μήπως αν έρθουμε πολύ κοντά η καταπίεση παραμονεύει;”. Ο φόβος πώς όταν δύο άνθρωποι είναι μαζί πρέπει να είναι “ένα” και πώς θα πρέπει να προδώσουν όλα τα κομμάτια του εαυτού τους ξυπνάει σχεδόν από μόνος του. Θα υπάρχει πλέον χώρος και για τον καθένα ξεχωριστά;
Ο βαθμός της αγωνίας που θα φέρει η εγγύτητα, εξαρτάται στο μεγαλύτερο βαθμό, από τις προσδοκίες που ξεχωριστά ο κάθε ένας από τους δύο συντρόφους κουβαλάει από τις μέχρι τότε σημαντικές σχέσεις στη ζωή του και από το μοντέλο της οικογένειας στην οποία έχει μεγαλώσει. Εκεί έχει διαμορφώσει τις πρώτες εντυπώσεις για το τι σημαίνει να είναι ένας άνθρωπος μαζί με έναν άλλο άνθρωπο και για το ποια είναι τα ευαίσθητα θέματα, για το ποιες πρέπει να είναι οι συναισθηματικές του αντιδράσεις σε κάθε τι.
Καθένας είναι σχεδόν “προγραμματισμένος”(ακόμα και αν πολλές φορές είναι δύσκολο να το παραδεχθεί ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό) μέσα στο σύστημα που έχει μεγαλώσει με αποτέλεσμα να καταφεύγει σε συγκεκριμένα σχήματα συμπεριφοράς, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ένα ηλιοτρόπιο γυρίζει αυτόματα για βλέπει τον ήλιο.
Οι άνθρωποι επίσης ξαφνιάζονται όταν ανακαλύπτουν πώς παρά τα ισχυρά συναισθήματα που μπορεί να τρέφουν ο ένας για τον άλλον δεν θα γίνουν ποτέ “ένα σώμα και ένα μυαλό”. Αυτό πολλές φορές τους απογοητεύει, τους τρομάζει, τους ξυπνάει φόβους πώς τώρα θα πρέπει να πολεμήσουν για να ακουστούν ή αντίθετα πώς θα πρέπει να σωπάσουν για να μπορέσουν να παραμείνουν κοντά στον άλλο. Αυτή είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Τώρα που δεν είμαστε “ένα” πώς θα αντέξουμε το κοντά και πώς θα είμαστε καλά μαζί;
Όταν η διαφορετικότητα τους γίνεται φανερή και αντιληπτή, τότε το πόσο εφοδιασμένος είναι κανείς να την αντέξει και να τη διαχειριστεί είναι κρίσιμης σημασίας.